αντικρούω


αντικρούω
αντικρούω, αντέκρουσα βλ. πίν. 40

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀντικρούω — strike pres subj act 1st sg ἀντικρούω strike pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αντικρούω — (Α ἀντικρούω) νεοελλ. 1. αποκρούω, αντεπιτίθεμαι 2. ανατρέπω, ανασκευάζω επιχειρήματα 3. προβάλλω αντίρρηση αρχ. 1. ωθώ προς τα πίσω 2. συγκρούομαι 3. είμαι εμπόδιο, αντενεργώ …   Dictionary of Greek

  • αντικρούω — αντίκρουσα, ούστηκα, αναιρώ, ανασκευάζω: Στην ομιλία του προσπάθησε να αντικρούσει αυτά που είχε πει ο προηγούμενος ομιλητής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀντικρούῃ — ἀντικρούω strike pres subj mp 2nd sg ἀντικρούω strike pres ind mp 2nd sg ἀντικρούω strike pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντικρουσθέντα — ἀντικρούω strike aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀντικρούω strike aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντικρουσάντων — ἀντικρούω strike aor part act masc/neut gen pl ἀντικρούω strike aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντικρουόμενον — ἀντικρούω strike pres part mp masc acc sg ἀντικρούω strike pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντικρουόντων — ἀντικρούω strike pres part act masc/neut gen pl ἀντικρούω strike pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντικροῦον — ἀντικρούω strike pres part act masc voc sg ἀντικρούω strike pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντικρούει — ἀντικρούω strike pres ind mp 2nd sg ἀντικρούω strike pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)